Από το 2000, ο κλάδος των φρέσκων κηπευτικών προϊόντων φαινόταν ότι ήταν στην αρχή μεγάλων αλλαγών.
Συνέπεια των παραπάνω ήταν οι τιμές των κηπευτικών προϊόντων να κρατηθούν σε υψηλά επίπεδα. Έγινε γρήγορα κατανοητό ότι τα προϊόντα που παράγονται στην Ε.Ε. (συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας) είναι ακριβότερα από τα αντίστοιχα της παγκόσμιας αγοράς. Επιπλέον, εξαιτίας των διαφόρων διατροφικών σκανδάλων (τρελές αγελάδες, διοξίνες κ.λπ.), η ΙΧΝΗΛΑΣΙΜΟΤΗΤΑ καθιερώθηκε νομοθετικά (Κανονισμός 178/2002/ΕΚ), επιφέροντας σημαντικές αλλαγές στις διάφορες συσκευασίες και σημάνσεις των προϊόντων.
Έτσι, τα Πιστοποιημένα Συστήματα Ολοκληρωμένης Διαχείρισης μπήκαν στην καθημερινότητα τόσο των παραγωγών, όσο και των καταναλωτών, απαιτώντας τα κηπευτικά προϊόντα:
Σήματα προέλευσης και ποιότητας άρχισαν να χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο και στον τομέα των φρούτων και λαχανικών, αν και δεν υπήρχαν συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις.
Το 2005, η δημιουργία δύο μεγάλων υαλόφρακτων υδροπονικών μονάδων, των 100 στρεμμάτων η κάθε μία, σηματοδότησε την αλλαγή του τοπίου, όσον αφορά τα επώνυμα, υδροπονικά, πιστοποιημένα θερμοκηπιακά προϊόντα.
Ωστόσο, παρ' όλες τις διαφαινόμενες αλλαγές, τα χαρακτηριστικά του κλάδου των θερμοκηπίων στην ελληνική πραγματικότητα παρέμεναν τα ίδια. Αφενός ο μικρός κλήρος και αφετέρου η δυσπιστία συνεργασίας μεταξύ των παραγωγών αποτελούσαν (και αποτελούν) ανασταλτικούς παράγοντες στη δημιουργία "κρίσιμης μάζας" προϊόντος, ώστε αυτό να γίνει αναγνωρίσιμο και επώνυμο.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, οργανώθηκε από την DKG Consulting Ltd το 2007 το Δίκτυο Επιχειρήσεων Παραγωγής Πιστοποιημένων Υδροπονικών Θερμοκηπιακών Προϊόντων, με τον διακριτικό τίτλο "The Green Club", προσπαθώντας να δώσει νέα διάσταση στο θέμα της επωνυμίας και του branding των κηπευτικών θερμοκηπιακών προϊόντων.














